Ένα από τα εντυπωσιακότερα σπήλαια της Ελλάδας βρίσκεται καλά κρυμμένο στο νότιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου!
Η καταπράσινη ορεινή διαδρομή για το σπήλαιο ακολουθεί την ανατολική απόληξη του Πάρνωνα που σβήνει στο ακρωτήριο του Μαλέα, ατενίζοντας το Μυρτώο πέλαγος.
Τρία εκατομμύρια χρόνια χρειάστηκε η φύση για να δημιουργήσει τον απαράμιλλο λιθωματικό διάκοσμο και να πλάσει σώματα και μορφώματα μιας φαντασίας αμύθητης.
Σπάνιες παρουσίες όπως δίσκοι, επίπεδοι σταλαγμίτες, εκκεντρίτες και ελικτίτες, έχουν τον ιδιαίτερο τόπο τους στο σπήλαιο και αποτελούν σημαντικούς σταθμούς για τον περιηγητή.
Το σπήλαιο σχηματίστηκε μέσα σε ασβεστόλιθους ιουρασικής ηλικίας (145 έως 195 εκατομμυρίων χρόνων) της ενότητας «Τριπόλεως», μετά από μια περίοδο γεωλογικών ταραχών που την διαδέχθηκε μια δραστήρια περίοδος σταγονορροής και δημιουργίας χημικών ιζημάτων. Ο λιθοματικός διάκοσμος αποτελείται από ανθρακικό ασβέστιο σε κρυσταλλική μορφή, εμπλουτισμένος με οξείδια μετάλλων του υπεδάφους που του χαρίζουν την επτάχρωμη παλέτα του.
Στις αρχές του περασμένου αιώνα, ο βοσκός Κώστας Στιβακτάς παρατήρησε στην άνυδρη περιοχή του εξωκκλησιού του Αγίου Ανδρέα, στα δυτικά του χωριού Κάτω Καστανιά Βοιών, ότι οι μέλισσες ήταν πάντα ξεδιψασμένες βγαίνοντας από μια τρύπα. Ο Στιβακτάς, ιδιοκτήτης της περιοχής που έβοσκε εκεί τα ζώα του, ανοίγοντας μια μικρή σχισμή στο έδαφος βρέθηκε μπροστά σε ένα θαύμα της φύσης το οποίο ο ίδιος και οι απόγονοι του κρατούσαν κρυφό από την τοπική κοινωνία για πολλά χρόνια. Συνήθιζαν να μπαίνουν μέσα στο Σπήλαιο, κρατώντας μια αναμμένη αφάνα για να βλέπουν, και να παίρνουν νερό από μια μικρή γούρνα για τις ανάγκες των ζωντανών τους.
Αυτό συνέβαινε μέχρι το 1958, όπου ο βοσκός είδε μία καρτ ποστάλ που απεικόνιζε κάποιο σπήλαιο και κατάλαβε τη σημασία και την σπουδαιότητα της ανακάλυψής του. Από τότε το σπήλαιο έγινε ευρύτερα γνωστό και ανατέθηκε η φύλαξη και η προσπάθεια αξιοποίησής του στην Κοινότητα Καστανιάς του τέως δήμου Βοιών.
Η έκταση του Σπηλαίου είναι 1.500 τμ και χωρίζεται σε δύο επίπεδα, με τον επισκέπτη να μπορεί να περιηγηθεί σε μια διαδρομή 500μ. Τα έργα ανάδειξης και αξιοποίησης του, έγιναν σε απόλυτη αρμονία με το εξωτερικό φυσικό περιβάλλον και οι εσωτερικές παρεμβάσεις χαρακτηρίστηκαν από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας ως “άριστες και στην παραμικρή τους λεπτομέρεια”.
Σήμερα ακριβώς πάνω από την υπόγεια είσοδο του σπηλαίου ο επισκέπτης μπορεί να δει το σημείο που έναν αιώνα πριν ο βοσκός έσκαψε και αντίκρισε για πρώτη φορά αυτό το μοναδικό γεωλογικό θαύμα.
Έρευνα και επιμέλεια κειμένου: Ανδρέας Ανδρικόπουλος