Θερμοκρασία εσωτερικού: 18°C
Βάθος: -102 μέτρα
Συνολικό Ανεπτυγμένο Μήκος: 312 μέτρα
Το Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2026, ο Σ.ΕΛ.Α.Σ. (Ελληνικός Σπηλαιολογικός Αθλητικός Σύλλογος) και φίλοι του συλλόγου πραγματοποίησαν αναγνωριστική και τεχνική αποστολή στο Σπήλαιο Φτέρη, στο Όρος Μερέντα. Σκοπός της αποστολής ήταν η εκ νέου αξιολόγηση των ανώτερων τμημάτων του σπηλαίου και η προετοιμασία του χώρου για την πλήρη εγκατάσταση του εξοπλισμού που θα οδηγήσει στα βαθύτερα επίπεδα του φρέατος.
Την επόμενη ημέρα (Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου) η ομάδα επιχείρησε την πλήρη κατάβαση μέχρι τα βαθύτερα επίπεδα του βαράθρου.
Το σπήλαιο βρίσκεται στην καρδιά της νοτιοανατολικής Αττικής, στο Όρος Μερέντα (τα αρχαία Μυρρινούσια Όρη), ένα βουνό με μέγιστο υψόμετρο 614 μέτρα. Περιβάλλεται από τους οικισμούς Μαρκόπουλο Μεσογαίας, Καλύβια Θορικού, Πόρτο Ράφτη και Κουβαρά, ενώ στα δυτικά συνδέεται με το Πάνειο Όρος και ανατολικά με το ύψωμα Χαρβάτι.
Από την αρχαιότητα, το βουνό ήταν στενά συνδεδεμένο με τον Μυρρινούντα, έναν από τους σημαντικότερους επαρχιακούς δήμους της αρχαίας Αθήνας. Το όνομα του δήμου και του βουνού προερχόταν από τις μυρσίνες (μυρτιές), το ιερό φυτό της θεάς Αφροδίτης.
Τα φυσικά κοιλώματα του βουνού παρουσιάζουν σπουδαίο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, καθώς ανασκαφές έχουν αποδείξει τη συστηματική χρήση τους για λατρευτικές τελετουργίες και ταφικά έθιμα από τη Νεολιθική εποχή και την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (γύρω στο 3000 π.Χ.) έως και τους κλασικούς χρόνους.
Το Όρος Μερέντα προστατεύεται θεσμικά ως αρχαιολογικός χώρος (ΦΕΚ 302/Β/1989 και αναοριοθέτηση ΦΕΚ 292/ΑΑΠ/2017), για την προστασία των καταλοίπων του αρχαίου Δήμου Μυρρινούντος, του όμορου δήμου Αγγελής, των βυζαντινών μνημείων, καθώς και του συνόλου των υπόγειων σπηλαίων του. Επιπλέον, εμπίπτει στις καθορισμένες ζώνες προστασίας των ορεινών όγκων της Λαυρεωτικής (ΦΕΚ 125/Δ/1998), καθότι τα σπήλαια αποτελούν ευαίσθητα υπόγεια οικοσυστήματα.
Το σπηλαιοβάραθρο έχει καταγραφεί επίσημα στο αρχείο της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας (Ε.Σ.Ε.) με Αριθμό Σπηλαιολογικού Μητρώου ΑΣΜ 7210. Σύμφωνα με το ιστορικό της αρχικής χαρτογράφησης του συλλόγου, η ανάπτυξη του δικτύου είχε εκτιμηθεί τότε κυρίως σε τρία επίπεδα, με μέγιστο γνωστό βάθος τα -70 μέτρα. Η παλαιότερη αυτή περιγραφή ανέφερε τη στενότητα της εισόδου, τον χαρακτηριστικό χωμάτινο λόφο στο δεύτερο επίπεδο και την κατακόρυφη κατάβαση περίπου 45 μέτρων μετά το πέρασμα των σταλακτιτικών κολώνων.
Τα δεδομένα αυτά αναθεωρήθηκαν ριζικά το 2024. Στο πλαίσιο διασυλλογικής συνεργασίας, ο Σπηλαιολογικός Όμιλος Θεσσαλονίκης «ΠΡΩΤΕΑΣ» μαζί με σπηλαιολόγους από την Ε.Σ.Ε. και τον Σ.Π.Ε.Λ.Ε.Ο. πραγματοποίησαν μια εκτενή αποστολή εκ νέου εξερεύνησης και ακριβούς αποτύπωσης του δικτύου. Η νέα επικαιροποιημένη χαρτογράφηση του Πρωτέα αποκάλυψε το πραγματικό μέγεθος του συστήματος, ανεβάζοντας το συνολικό ανεπτυγμένο μήκος των διαδρομών στα 312 μέτρα και «κλειδώνοντας» το μέγιστο βάθος στα -102 μέτρα, και καθιστώντας τη Φτέρη το 4ο βαθύτερο βάραθρο της Αττικής.
Το σπηλαιοβάραθρο Φτέρη (Φτέρη Ι) εντοπίζεται στη διοικητική περιφέρεια του Δήμου Σαρωνικού, με την είσοδό του να βρίσκεται σε υψόμετρο 410 μέτρων.
Η πρόσβαση απαιτεί σύντομη πεζοπορία ανάμεσα σε χαμηλή αλλά πυκνή βλάστηση από πουρνάρια και σχίνα σε βραχώδες έδαφος. Οι χαρακτηριστικές φτέρες εμφανίζονται ακριβώς στο προστατευμένο και υγρό χείλος της εισόδου, η οποία παραμένει εντελώς αθέατη από τους περιπατητές. Αποτελεί ένα στενό, κατακόρυφο σχίσμα βάθους 3 μέτρων, που απαιτεί αντιστήριξη και χρήση σχοινιού για την ασφαλή είσοδο.
Η ομάδα κινήθηκε κάθετα, περνώντας το πρώτο κατακόρυφο τμήμα των 19 μέτρων, το οποίο στον επίσημο χάρτη του Πρωτέα αποτυπώνεται ως P19, με κατεύθυνση προς τον εσωτερικό λόφο των καταπτώσεων.
Στα -24 μέτρα βάθος, η μορφολογία του σπηλαίου αλλάζει απότομα. Το βαραθρώδες τμήμα στενεύει αισθητά, δυσκολεύοντας αισθητά τη συνέχιση της εξερεύνησης. Σε αυτό το σημείο ο σπηλαιολόγος έρχεται σε άμεση επαφή με τα κατακότυφα, ροόμορφα τοιχώματα. H παρουσία του εντυπωσιακού σταλακτιτικού διάκοσμου σε αυτό το σημείο, και των παραπετασμάτων στα πλάγια, στενεύει ακόμα περισσότερο το πέρασμα, δημιουργώντας ένα φυσικό «λαιμό» πριν από τις μεγάλες κατακόρυφες καταβάσεις. Εκεί, η εμφανής συνέχεια δεν ήταν δυνατή μέσω της διάκλασης που ανοιγόταν μπροστά μας, με αποτέλεσμα η ομάδα να χρειαστεί περίπου μισή ώρα αναζήτησης, μέχρι να εντοπίσει το πέρασμα από ένα στενό άνοιγμα στο δάπεδο κατω δεξια.
Σε αυτό ακριβώς το κομβικό σημείο, και λίγο πριν το μεγάλο στένεμα, η ομάδα είχε μια αναπάντεχη συνάντηση. Μια μικρή νυχτερίδα βρισκόταν εκεί και μας περίμενε.
Αμέσως μετά, η ομάδα εισήλθε στον στενό μαίανδρο, ο οποίος παρουσίαζε έντονη ελικοειδή μορφολογία με συνεχή κατακόρυφα σκαλοπάτια και εναλλαγές κατεύθυνσης. Η προώθηση γινόταν με ροή μέσω τεχνικών αντιστήριξης, ενώ για την ασφάλεια των σπηλαιολόγων αλλά και για την υποβοήθηση της κίνησης είχε τοποθετηθεί ένα βοηθητικό σχοινί κατά μήκος της διαδρομής ωστε να γινουν πιθανοι χειρισμοι ασφαλισης με λανιερες και φρενα.
Με τον τρόπο αυτό, η ομαδα προχώρησε μεθοδικά, ασφαλίζοντας τα περάσματα και φτάνοντας σε βάθος 34 μέτρων, ακριβώς στην αρχή της τραβέρσας, οπου και ολοκληρώθηκε το πρώτο στάδιο της εξερεύνησης.
Κατά τη δεύτερη εξόρμηση, η ομάδα πραγματοποίησε πλήρη κατάβαση έως το βαθύτερο γνωστό σημείο του σπηλαιοβαράθρου, στα -105 μέτρα, και ερεύνησε εξονυχιστικά τα χαμηλότερα επίπεδα και τους στενούς μαιάνδρους.
Στο τελικό τμήμα της κατάβασης εντοπίστηκαν δύο πιθανά σημεία συνέχειας, τα οποία ενδέχεται να επικοινωνούν με ανώτερα επίπεδα του συστήματος μέσω τεχνητής αναρρίχησης. Το πρώτο βρίσκεται περίπου 5 μέτρα πάνω από το δάπεδο του τελικού τμήματος, ενώ το δεύτερο υπολογίζεται σε ύψος περίπου 20 μέτρων, στην αριστερή πλευρά του θαλάμου όταν ο εξερευνητής έχει την πλάτη προς τη σάρα.
Παράλληλα, ερευνήθηκε κατακόρυφη σχισμή στο βάθος των -105 μέτρων, η οποία παρουσιάζει αρχικά κάθοδο, όμως στη συνέχεια στενεύει σημαντικά και καθίσταται απροσπέλαστη για άνθρωπο.
Επιπλέον, στο επίπεδο των -84 μέτρων εξερευνήθηκε ξεχωριστός αγωγός που οδηγεί σε δύο μικρούς θαλάμους. Η διερεύνηση του συγκεκριμένου τμήματος πραγματοποιήθηκε από τον Γιάννη Παπαϊωάννου και τα ευρήματα θα καταγραφούν αναλυτικότερα σε επόμενη ενημέρωση.
Συνοπτικά, δεν εντοπίστηκε κάποια προφανής βατή συνέχεια. Εντοπίστηκαν δύο πιθανές προεκτάσεις που απαιτούν τεχνητή αναρρίχηση για να διερευνηθούν. Κατακόρυφη σχισμή στα -105 μ. αποκλείστηκε λόγω ακραίου στενέματος. Διερευνήθηκε παράπλευρο δίκτυο στα -84 μ. με δύο θαλάμους, το οποίο χρήζει περαιτέρω αποτύπωσης και μελέτης.
Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Σπηλαιολογικού Ελληνικού Αθλητικού Συλλόγου (Σ.ΕΛ.Α.Σ.) για την οργάνωση της αποστολής και τον Γιώργο Σωτηριάδη για την άδεια αναδημοσίευσης της αποτύπωσης του σπηλαίου.
Συμμετέχοντες: Νικόλας Μαργαρίτης, Μαριάνθη Πανταζή, Σωκράτης Αυγέρης, Σπύρος Ψαρομηλίγκος, Γιάννης Παπαϊωάννου, Marc Lucas de Peslouan
Έρευνα και επεξεργασία κειμένου: Νικόλας Μαργαρίτης
Φωτογραφίες: Νικόλας Μαργαρίτης, Μαριάνθη Πανταζή
Νέζης Ν. (2002). Τα βουνά της Αττικής. ISBN: 9789608195165
Υπουργείο Πολιτισμού / Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας - Σπηλαιολογίας (Αρχαιολογικά δεδομένα χρήσης των σπηλαίων της Μερέντας).
Αρχαιολογικό κτηματολόγιο.
Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας / Ιστορικά στοιχεία αρχαίου Δήμου Μυρρινούντος.
Σωτηριάδης Γ. (επιμέλεια) 2025. Σπήλαια Αττικής: Όρος Μερέντα. Σπηλαιολογία Θεσσαλονίκης ΠΡΩΤΕΑΣ, Αθήνα, 18 σσ
Σπηλαιολογικός Όμιλος Θεσσαλονίκης «ΠΡΩΤΕΑΣ» (Αναθεωρημένη αποτύπωση & διασυλλογική εξερεύνηση 2024).
Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία (Ε.Σ.Ε. - Πρωτογενές αρχείο εξερεύνησης & Αριθμός Σπηλαιολογικού Μητρώου ΑΣΜ 7210).